Contionary:τούλος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic τουλος, from Old Oltic τουλος, from Proto-Celtic *tullos

Pronunciation

Adjective

τούλος (toúlos) (Cyrillic spelling тулос)

  1. pierced, perforated
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
τούλος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom τούλος τούλοι τούλη τούλης τούλον τούλη
voc τούλε
acc τούλον τούλους τούλην
gen τούλι τούλον τούλης τούλον τούλι τούλον
indef nom τούλοσες τούλοις τούλησι τούλησσι τούλονεδ τούληδ
voc τούλες
acc τούλονες τούλουσες τούληνσι
gen τούλις τούλονες τούλησσι τούλονσι τούλιδ τούλονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom τούλιος τούλιοι τούλιη τούλιης τούλιον τούλιη
voc τούλιε
acc τούλιον τούλιους τούλιην
gen τούλιι τούλιον τούλιης τούλιον τούλιι τούλιον
indef nom τούλιοσες τούλιοις τούλιησι τούλιησσι τούλιονεδ τούλιηδ
voc τούλιες
acc τούλιονες τούλιουσες τούλιηνσι
gen τούλιις τούλιονες τούλιησσι τούλιονσι τούλιιδ τούλιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom τούλαμος τούλαμοι τούλαμη τούλαμης τούλαμον τούλαμη
voc τούλαμε
acc τούλαμον τούλαμους τούλαμην
gen τούλαμι τούλαμον τούλαμης τούλαμον τούλαμι τούλαμον
indef nom τούλαμοσες τούλαμοις τούλαμησι τούλαμησσι τούλαμονεδ τούλαμηδ
voc τούλαμες
acc τούλαμονες τούλαμουσες τούλαμηνσι
gen τούλαμις τούλαμονες τούλαμησσι τούλαμονσι τούλαμιδ τούλαμονεδ